τύφος ή τυφοειδής πυρετός

(Ιατρ.). Οξεία λοιμώδης νόσος, που κατά μέσο όρο διαρκεί 4-5 βδομάδες, με χαρακτήρα ενδημικό-επιδημικό. Πρώτη φορά την περιέγραψαν το 1659. Τον υπεύθυνο λοιμώδη παράγοντα ανακάλυψε το 1880 ο Γερμανός γιατρός-μικροβιολόγος Καρλ Γιόζεφ Έμπερτ (Βίρτσμπουργκ 1835 – Βερολίνο 1926). Πρόκειται για μια σαλμονέλα που προσβάλλει αποκλειστικά το ανθρώπινο είδος. Αυτός ο οποίος πάσχει, αλλά και αυτός ο οποίος έχει αναρρώσει από τ., αποβάλλει με τα κόπρανά του το παθογόνο αίτιο, κι έτσι μπορεί να μολυνθούν το νερό, το γάλα και τα παράγωγά του, τα θαλασσινά, τα χορταρικά και τα φρούτα. Η λοίμωξη είναι συχνότερη σε χώρες που δεν διαθέτουν σωστό σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης και γενικά σε χώρες με χαμηλό υγειονομικό επίπεδο. Η μετάδοση γίνεται συνήθως από μολυσμένο νερό, οπότε η αρρώστια εμφανίζεται με τη μορφή υδατογενούς επιδημίας, ή από γάλα και άλλα τρόφιμα. Δεν είναι σπάνια και τα σποραδικά κρούσματα στο περιβάλλον του ασθενούς, με απευθείας μετάδοση από τα κόπρανά του, λόγω άμεσης (χέρια) ή έμμεσης (μύγες) επαφής· ευπαθέστερα είναι τα άτομα ηλικίας 15-40 ετών. Θύρα εισόδου του μικροβίου στον οργανισμό είναι η στοματική κοιλότητα και η αρχική εντόπισή του γίνεται πάντα στο γαστρεντερικό σύστημα. Ο χρόνος επώασης, το διάστημα δηλαδή από τη μόλυνση μέχρι την εκδήλωση της νόσου, είναι περίπου 2 βδομάδες. Τη φάση αυτή ακολουθεί η σηψαιμική. Τα πιο κοινά συμπτώματα σε αυτήν είναι ο πυρετός, που φτάνει βαθμιαία σε πολύ ψηλά επίπεδα (μέχρι 40°C και πιο πάνω), μια κατάσταση πνευματικής σύγχυσης (τ. κατά Ιπποκράτη) και συχνή διάρροια. Στο αίμα συναντιέται σταθερή ελάττωση των ερυθρών και λευκών αιμοσφαιρίων και παρουσία της σαλμονέλας. Μια βδομάδα αργότερα, εμφανίζεται κηλιδώδες εξάνθημα στον κορμό, η τυπική τυφική ροδάνθη. Η σπλήνα και το συκώτι αυξάνουν σε όγκο. Αν η πορεία της νόσου είναι καλοήθης, περίπου 4 βδομάδες μετά την έναρξη τα συμπτώματα τείνουν να υποχωρήσουν, ο πυρετός πέφτει αργά και, τέλος, εξαφανίζεται. Σε άλλες περιπτώσεις (οξύτατες μορφές) η λοίμωξη μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Οι συχνότερες επιπλοκές είναι: αιμορραγίες και διατρήσεις του εντέρου, βλάβες του μυοκαρδίου, χολοκυστίτιδα, βρογχοπνευμονία και μηνιγγίτιδα. Η πρόγνωση σήμερα είναι ευνοϊκή στο 98% των περιπτώσεων, αλλά πριν από την ανακάλυψη των αντιβιοτικών η θνητότητα έφτανε γύρω στο 8-10%. Σήμερα ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η διάτρηση του εντέρου. Εξαιτίας της βελτίωσης των συνθηκών υγείας, από το 1900 μέχρι σήμερα, οι περιπτώσεις τυφοειδούς πυρετού όλο και ελαττώνονται. Αυτό έχει πραγματοποιηθεί χάρη στη βελτίωση της ύδρευσης και αποχέτευσης, αλλά και στην προφύλαξη, που επιτυγχάνεται με το αντιτυφικό εμβόλιο. Η θεραπευτική αγωγή είναι ανάπαυση στο κρεβάτι, δίαιτα θρεπτική αλλά ελαφριά (για να μην κουράζεται το έντερο που πάσχει) και χορήγηση χλωραμφαινικόλης ή άλλων νεότερων αντιβιοτικών, όπως η αμπικιλίνη. Στη διάγνωση βοηθά η θετική αιμοκαλλιέργεια κατά την αρχή της νόσου και η οροαντίδραση Widal, που γίνεται θετική από τη δεύτερη βδομάδα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • τύφος — ο / τῡφος, ΝΜΑ, και αττ. τ. τυφός Α νεοελλ. 1. ιατρ. ονομασία διαφόρων λοιμωδών παθήσεων, όπως είναι ο εξανθηματικός τύφος, οι υπόστροφοι πυρετοί ή υπόστροφοι τύφοι, ο κοιλιακός τύφος ή τυφοειδής πυρετός κ.ά. 2. (κτην.) κοινή ονομασία διαφόρων… …   Dictionary of Greek

  • τυφοειδής — ές, Ν 1. τυφώδης 2. φρ. α) «τυφοειδής πυρετός» (i) ιατρ. λοιμώδης νόσος προκαλούμενη από το μικρόβιο Salmonella typhi, αλλ. κοιλιακός τύφος ii) (κτην.) οξεία μεταδοτική νόσος τών ιπποειδών β) «τυφοειδείς λοιμώξεις» (κτην.) παλαιότερη γενική… …   Dictionary of Greek

  • τυφώδης — ες / τυφώδης, ῶδες, ΝΑ [τῡφος] 1. (για πυρετό) όμοιος με τύφο, τυφοειδής 2. αλαζονικός, υπεροπτικός νεοελλ. φρ. «τυφώδης κατάσταση» ιατρ. κατάσταση ληθάργου και αδιαφορίας που παρατηρείται σε βαριά λοιμώδη νοσήματα, όπως είναι κατ εξοχήν ο… …   Dictionary of Greek

  • αλωπεκία — Πτώση των μαλλιών και γενικά των τριχών. Όταν ο θύλακος της τρίχας ατροφεί ή καταστρέφεται, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στη φαλάκρα, η α. είναι μόνιμη και λέγεται πρωτοπαθής. Αντίθετα, είναι προσωρινή και ονομάζεται δευτεροπαθής, όταν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.